Στις δυτικές ακτές της Σιέρα Λεόνε, εκεί όπου ο Ατλαντικός αγγίζει απαλά τη γη, τα μικρά νησιά Banana Island αποτελούν έναν τόπο σχεδόν μυθικό. Για τους λίγους μόνιμους κατοίκους κυρίως ψαράδες η θάλασσα δεν είναι απλώς επάγγελμα. Είναι ο ρυθμός της καθημερινότητας, η πηγή ζωής και ο καθρέφτης των ιστοριών τους.
Τα ξημερώματα, όταν το πρώτο φως αρχίζει να σπάει τον ορίζοντα, τα ξύλινα κανό βγαίνουν αθόρυβα από τον μικρό κόλπο του Dublin, του κυριότερου οικισμού του νησιού. Οι ψαράδες κινούνται σχεδόν τελετουργικά γνωρίζουν κάθε ρεύμα, κάθε απότομη αλλαγή του καιρού, κάθε σημείο όπου τα ψάρια συγκεντρώνονται. Για δεκαετίες, όμως, η θάλασσα που τους τρέφει φαινόταν να χάνει τη ζωντάνια της.
Η υπεραλίευση από ξένα βιομηχανικά σκάφη, σε συνδυασμό με την περιορισμένη κρατική επιτήρηση, είχε αφήσει τους ντόπιους ανήμπορους απέναντι σε μια θάλασσα που φτώχαινε. «Πηγαίναμε για ώρες και γυρίζαμε με άδεια δίχτυα», λένε συχνά. Η απογοήτευση μεγάλωνε, όπως και ο φόβος ότι μια παράδοση γενεών θα χανόταν.
Τα τελευταία δύο χρόνια, όμως, κάτι αλλάζει. Νέες τοπικές πρωτοβουλίες προστασίας, σε συνεργασία με διεθνείς περιβαλλοντικούς οργανισμούς, έχουν αρχίσει να αποδίδουν καρπούς. Περιοχές γύρω από τα νησιά χαρακτηρίστηκαν ζώνες περιορισμένης αλιείας, ενώ το κράτος ενίσχυσε τους ελέγχους απέναντι στα παράνομα πλοία.
Οι ψαράδες του Banana Island μιλούν πλέον για «το φως που επιστρέφει στη θάλασσα». Η φράση δεν είναι ποιητική υπερβολή. Το νερό φαίνεται καθαρότερο, τα κοπάδια ψαριών πυκνώνουν ξανά και η ελπίδα παίρνει τη θέση της παλιάς ανησυχίας.
Καθώς ο ήλιος δύει πίσω από τους φοίνικες και τα κανό γυρίζουν γεμάτα, το Banana Island υπενθυμίζει ότι η φύση έχει ακόμη τη δύναμη να αναγεννάται αρκεί να της δοθεί χώρος και σεβασμός.